βαφεύς

βᾰφ-εύς, έως, , ([etym.] βάπτω)
A a dyer, Pl.R.429d, Diph.72, Plu. Per.12, etc.; the βαφεῖς formed a guild at Thyatira, IGRom.4.1265; also in the νομὸς Ἀρσινοΐτης, PTeb.287.3 (ii A.D.).
II gilder, Zos.Alch.p.154B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαφεύς — a dyer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφεύς — ο βλ. βαφιάς …   Dictionary of Greek

  • βαφῆς — βαφεύς a dyer masc nom pl βαφεύς a dyer masc nom/voc pl βαφή dipping fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφέων — βαφεύς a dyer masc gen pl βαφέω̆ν , βαφεύς a dyer masc gen pl βαφή dipping fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφεῦ — βαφεύς a dyer masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαφιάς — ο (AM βαφεύς, έως, Μ και βαφέας) αυτός που βάφει υφάσματα ή υφαντικές ύλες. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βαφεύς < βαφή, οι δε τύποι βαφέας και βαφιάς είναι μεταπλασμένοι τ. του βαφεύς] …   Dictionary of Greek

  • βαφεῖς — βάπτω dip aor subj pass 2nd sg (epic) βαφεύς a dyer masc acc pl βαφεύς a dyer masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Бафейская битва — Дата 27 июля 1302 года Место совр. село Коюнхисар; между Никомедией и Никеей (Вифиния) …   Википедия

  • TINCTOR — Graece Βαφεὺς, a tingendis purpurâ, aliôque colorum genere vestibus, lapidibusque nomen habet: cuiusmodi Artificum memoriam servat Hierapoli vetus Inscr. ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΗΡΩΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟΙ ΗΕΡΓΑΣΑΑ ΤΩΝ ΒΑΦΕΩΝ Heroum hocce coronat corpus Tinctorum, apud Iac …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -ευς — το ονοματικό επίθημα εύς είναι χαρακτηριστικό τής Ελληνικής, εφόσον δεν απαντά σε άλλες ΙΕ γλώσσες και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη (περίπου 500 ονόματα σε ευς). Η ακριβής του προέλευση παραμένει άγνωστη, παρά τις κατά καιρούς… …   Dictionary of Greek

  • βαφείο — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 170 μ., 69 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λακεδαίμονας του νομού Λακωνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σπάρτης. Το Β. απέχει 6 χλμ. από τη Σπάρτη και είναι γνωστό για τον μεγάλο θολωτό μυκηναϊκό τάφο που βρίσκεται στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.